το μετόχι καλλιτεράκη

Το Μετόχι Καλλιτεράκη βρίσκεται στο κάμπο των Χανίων στα νότια της ομώνυμης πόλης, σε απόσταση 3 χλμ. από το κέντρο της. Σήμερα αποτελείται από μια ενιαία έκταση 270 στρεμμάτων, όπου καλλιεργούνται ελιές, εσπεριδοειδή και αβοκάντο.
 

Το Μετόχι με το κτηριακό του συγκρότημα ιστορικά προσδιορίζεται από την εποχή της τουρκοκρατίας ( 18 ο αιώνα) και θεωρείται ότι ήταν τμήμα του παλαιότερου από την περίοδο της Ενετοκρατίας Κόκκινου Μετοχιού που δόθηκε σαν προικώο σε κόρη του Αγά στην ιδιοκτησία του οποίου είχε περιέλθει. Περί τον 19ο αιώνα, ήλθε στην ιδιοκτησία του τουρκοκρητικού Βοσκάκη στον οποίο παρέμεινε μέχρι το 1937 οπότε αγοράστηκε από τους αδελφούς Μανούσο και Νίκο Καλλιτεράκη στους απογόνους των οποίων παραμένει μέχρι σήμερα. Το αγρόκτημα δεν συμπεριελήφθη στα ανταλλάξιμα κτήματα το 1924 διότι ο τότε πλούσιος ιδιοκτήτης του Βοσκάκης κατείχε πέραν της Τουρκικής και άλλη Ευρωπαϊκή ιθαγένεια. <+> (Μετά την Μικρασιατική καταστροφή το 1922 έγινε ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Στην Κρήτη ήλθαν πολλοί πρόσφυγες, Έλληνες Μικρασιάτες, που εγκαταστάθηκαν και πήραν κλήρο στα περισσότερα Τούρκικα μετόχια. Αποτέλεσαν πολύ μικρή εξαίρεση εκείνα των οποίων οι Τούρκοι ιδιοκτήτες είχαν Ευρωπαϊκή ιθαγένεια συνήθως Γαλλική, Ιταλική ή Αγγλική. Οι περισσότεροι από αυτούς εγκατέλειψαν την Κρήτη ψάχνοντας κατάλληλη ευκαιρία για να τα πουλήσουν. Συνήθως ήταν οι πιο εύποροι, λεβαντίνοι, κοσμογυρισμένοι, μορφωμένοι με πολλαπλές επιχειρηματικές δραστηριότητες και κατείχαν τεράστιες ιδιοκτησίες. Ο Τουρκοκρητικός Βοσκάκης είχε στην ιδιοκτησία του και άλλα Μετόχια στο Νομό Χανίων όπως και σε άλλους νομούς της Κρήτης καθώς και 70 ακίνητα στον εμπορικό χώρο του παλιού λιμένα των Χανίων. Ο ίδιος δεν κατοίκησε ποτέ στο συγκεκριμένο Μετόχι αλλά είχε κατά περίοδο επιστάτες, ενοικιαστές ή Μετοχάρηδες).
 

Την εποχή της Τουρκοκρατίας στο αγρόκτημα οι κυρίαρχες καλλιέργειες είχαν στόχο την πλήρη διατροφική αυτάρκεια του χωρίς να αποκλείουν και τον εμπορικό προσανατολισμό. Έτσι οι κυρίαρχες εμπορικές καλλιέργειες ήταν η ελαιοκαλλιέργεια που καταλάμβανε έκταση περίπου 190 στρεμμάτων αποτελούμενη από συνεχόμενους ελαιώνες της ποικιλίας Τσουνάτης ( Μαστοειδής) η προέλευση των οποίων ανέρχεται στην εποχή της Ενετοκρατίας. Ακολουθούσαν τα εσπεριδοειδή κυρίως μανταρινιές, σε πρωτοποριακή για την εποχή εκείνη, συστηματική πυκνή φύτευση σε μια έκταση 50 στρεμμάτων. <+> (Η συστηματική πυκνή φύτευση που γίνεται σε σταθερές αποστάσεις είχε σαν στόχο την μεγιστοποίηση της παραγωγής με αναφορά όχι όπως κυριαρχούσε μέχρι τότε την παραγωγή ανά δένδρο αλλά στην μονάδα καλυμμένης επιφάνειας δηλαδή το στρέμμα). Η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών που ανέρχεται στα τέλη του 19ου αιώνα για λόγους προστασίας κυρίως από τους ανθρώπους, δεδομένης της μεγάλης αξίας που είχαν την εποχή εκείνη τα μανταρίνια, περιβάλετε από πετρόκτηστο μαντρότοιχο ύψους 4 μέτρων ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα και περιβάλει περίπου 35 στρέμματα εσπεριδοειδών.

Το αγρόκτημα διέθετε επίσης κυρίως για τις ίδιες ανάγκες του <+> (Την εποχή εκείνη δεν είχε εισαχθεί ακόμα η μηχανοποίηση της γεωργίας όλες οι εργασίες στο αγρόκτημα γινόταν χειρονακτικά και ο αριθμός των εργαζομένων ήταν μεγάλος. Αυτό φαίνεται ακόμα και σήμερα όπου στις κτηριακές εγκαταστάσεις του αγροκτήματος σώζονται τα καταλύματα των εργατών Γής που ζούσαν με τις οικογένειες τους και είναι τον αριθμό 10.) , 8 στρ. αμπελώνα <+> (Την εποχή της Ενετοκρατίας η αμπελουργία θεωρείτο κυρίαρχη καλλιέργεια, μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς μπήκε σε δισμένεια κυρίως για θρησκευτικούς λόγους. Αποτελεί εξαίρεση το δικαίωμα της καλλιέργειας που κατόρθωσαν να διατηρήσουν οι Τουρκοκρητικοί καθώς και οι Χριστιανοί.) ( Οι Τουρκοκρητικοί ήταν τιτλούχοι-φεουδάρχες Ενετικής η Βυζαντινής ρίζας οι οποίοι μετά την κατάκτηση της Κρήτης από τους Οθωμανούς για να μην χάσουν τα προνόμια τους εξισλαμίστηκαν. Βέβαια ,κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας , δεν παύουν να υπάρχουν χιλιάδες χριστιανοί που εξισλαμίστηκαν οι περισσότεροι με βίαιο τρόπο και οι οποίοι ονομάζονται και αυτοί Τουρκοκρητικοί), σιτηρά και κηπευτικά.
 

Διέθετε σχεδόν όλα τα είδη οπορωφόρων, συκιές και μουριές για την πρακτική της σηροτροφίας και κτηνοτροφίας. Είχε 3 μεγάλα πηγάδια για την άρδευση των εσπεριδοειδών και κηπευτικών ( δύο από αυτά σώζονται μέχρι σήμερα) και 1 μικρότερο για τις ανάγκες ύδρευσης στον χώρο του κτηριακού συγκροτήματος.
 

Στην διάρκεια της δεκαετίας του 50 έγινε επέκταση της καλλιέργειας των εσπεριδοειδών κυρίως στα ανοικτά χωράφια, αυτά δηλαδή που δεν ήταν καλυμμένα με μόνιμες πολυετείς καλλιέργειες, και ακολούθησε την δεκαετία του 70 η καλλιέργεια του αβοκάντο η οποία κατέλαβε, σε αντικατάσταση-αναδιάρθρωση, μέρος των ελαιώνων και των εσπεριδοειδών. Σήμερα η καλλιέργεια του αβοκάντο ξεπερνά τα 50 στρ.
 

Από το1996 η καλλιέργεια του αβοκάντο εντάχθηκε στο Ευρωπαϊκό πρόγραμμα βιολογικής καλλιέργειας και από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 όλες καλλιέργειες του αγροκτήματος έχουν ενταχθεί σε αυτό το πρόγραμμα και πιστοποιούνται από τον πιστοποιητικό οργανισμό βιολογικών προϊόντων της ΔΗΩ.
 

Όλο το αγρόκτημα είναι ενταγμένο και συμμετέχει στον συνεταιρισμό – Ομάδα παραγωγών βιολογικών προϊόντων Χανίων στον οποίο διαθέτει την παραγωγή του ( κυρίως αβοκάντο και εσπεριδοειδή) την οποία εμπορεύεται στην Ευρωπαϊκή και Εσωτερική Αγορά.
 

Το τελευταίο διάστημα ( από το 2011) με πρωτοβουλία μερίδας των κληρονόμων, διαθέτει θέση σε λαϊκές αγορές βιολογικών προϊόντων στο Λεκανοπέδιο Αττικής όπου εμπορεύεται αβοκάντο, ελαιόλαδο και εποχιακά εσπεριδοειδή.